Σε πρόσφατο άρθρο τους στο Foreign Affairs (Jan/Feb 2010), οι David Victor και Linda Yueh εισηγήθηκαν την αναδιαμόρφωση της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων στον τομέα της διαχείρισης της παγκόσμιας ενέργειας. Υποστήριξαν τη δημιουργία ενός νέου θεσμού συνεργασίας στα πρότυπα του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Financial Stability Board). Η εισήγηση για θεσμοθέτηση ενός Συμβουλίου Ενεργειακής Σταθερότητας (Energy Stability Board) είναι ενδιαφέρουσα, ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη την οικονομική ανάδυση νέων αναπτυσσόμενων χωρών, δηλαδή της Κίνας και της Ινδίας, οι οποίες επιδιώκουν τη διασφάλιση πηγών ενέργειας (πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα). Από μια φιλελεύθερη σκοπιά (με την ευρύτερη έννοια του όρου όπως αυτός χρησιμοποιείται στις Διεθνείς Σχέσεις), η πρότασή τους δίνει τροφή για σκέψη για την καλύτερη και αποτελεσματικότερη διασφάλιση και διαχείριση του τομέα της ενέργειας.
Βασική θέση του άρθρου είναι η ανάγκη συνεργασίας των μεγάλων κρατών, κυρίως των ΗΠΑ, της Κίνας και της Ρωσίας. Οι συγγραφείς δεν αγνοούν άλλους δρώντες του διεθνούς συστήματος, κράτη ή οργανισμούς. Παρόλα αυτά, υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα θα πρέπει να ηγηθούν μιας ανάλογης πρωτοβουλίας.
Η άποψή τους ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα πρέπει να συνεργαστούν για τη δημιουργία νέων κανόνων και αρχών για τη διασφάλιση και διαχείριση ενεργειακών πηγών και πόρων είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Θεωρούν ότι δεν είναι προς το συμφέρον της Κίνας να προσφεύγει σε διμερείς συμφωνίες με κράτη για τη μακροπρόθεσμη ικανοποίηση των αναγκών της, αλλά θα πρέπει να εμπιστευθεί ένα παγκόσμιο θεσμοποιημένο σύστημα διακυβέρνησης της ενέργειας. Να συνεργαστεί για τη δημιουργία ενός Συμβουλίου Ενεργειακής Σταθερότητας, όπως υποστηρίζουν οι συγγραφείς.
Από τη σκοπιά ενός οικονομολόγου, η πρόταση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είμαι σίγουρος ότι θα συζητηθεί έντονα. Όπως παραδέχονται οι ίδιοι οι συγγραφείς, όμως, τα οικονομικά μοντέλα δεν μπορούν να δημιουργηθούν σε πολιτικό κενό. Ήδη αναφέρθηκα στην κριτική που άσκησαν στην Κίνα για την επιλογή διμερών συμφωνιών αντί πολυμερούς συνεργασίας. Για να τεκμηριώσουν περαιτέρω τη θέση τους, οι συγγραφείς αναφέρονται στην περίπτωση του Σουδάν – ενός κράτους με το οποίο συνεργάστηκε η Κίνα – για να υποδείξουν τη σημασία που πρέπει να αποδίδεται στη σταθερότητα των θεσμών και των κυβερνήσεων και στη διαχείριση ενεργειακών πόρων. Υποστηρίζουν ότι η ενδυνάμωση της παγκόσμιας διακυβέρνησης του τομέα της ενέργειας είναι προς το συμφέρον της Κίνας . Παράλληλα, οι συγγραφείς ασκούν κριτική στην ΕΕ, η οποία προσπάθησε να οικοδομήσει ένα περιφερειακό πλαίσιο συνεργασίας στον τομέα της ενέργειας, αφήνοντας έξω τη Ρωσία.
Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις, καταλήγουν, είναι να πειστεί η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ για την προοπτική συνεργασίας με χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία, αλλά και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες. Είναι γεγονός ότι στις ΗΠΑ υπάρχουν μεγάλα συμφέροντα που επιδιώκουν να προωθήσουν ένα κλίμα σκεπτικισμού γύρω από κάποιες χώρες, ιδιαίτερα έναντι της Κίνας. Το επιχείρημα των συγγραφέων, όμως, για ενίσχυση της παγκόσμιας διακυβέρνησης στον τομέα της ενέργειας μπορεί να αποδώσει μόνο σε ένα πλαίσιο συνεργασίας ανάμεσα στα κράτη που διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στον τομέα της ενέργειας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η θέση των συγγραφέων για την ανάγκη σύνδεσης του τομέα της ενεργειακής ασφάλειας με τον τομέα της περιβαλλοντικής συνείδησης. Τα μεγάλα κράτη άρχισαν ήδη να επενδύουν σε τομείς «πράσινης» ενέργειας και η επιτυχία αυτών των επενδύσεων προϋποθέτει συνεργασία. Αυτή είναι μια εύστοχη παρατήρηση, πλην όμως δεν φαίνεται να υπάρχει αποδοχή από τα μεγάλα κράτη για την ανάγκη ενίσχυσης της συνεργασίας σε αυτό τον τομέα.
Παρόλα αυτά, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι οι συγγραφείς δεν σχολιάζουν καθόλου την πολιτική των ΗΠΑ στον τομέα της ενέργειας. Τα τελευταία χρόνια, οι ΗΠΑ έχουν προβεί σε μονομερείς ενέργειες οι οποίες έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη άλλων κρατών. Ο πόλεμος στο Ιράκ, για παράδειγμα, θεωρήθηκε από κράτη όπως η Κίνα και η Ρωσία ως μια μονομερής προσπάθεια ελέγχου μιας σημαντικής μερίδας κοιτασμάτων ενέργειας στη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο. Οι επιπτώσεις αυτής της μονομερούς ενέργειας των ΗΠΑ είναι ακόμα αισθητές στο σύστημα διεθνών σχέσεων και αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να παραβλεφθεί.
Τέλος, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η κατοχή, ο έλεγχος και η διαχείριση ενεργειακών πηγών θεωρούνται από τα μεγάλα κράτη μέσα εθνικής ισχύος. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η εθνικοποίηση του ζητήματος της ενέργειας είναι αντιπαραγωγική. Όπως επίσης, θεωρούν ότι η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών εναλλακτικής ενέργειας δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια εθνικών προγραμμάτων. Σε ένα θεωρητικό/κανονιστικό πλαίσιο που διέπεται από τις αρχές του δυτικότροπου φιλελευθερισμού, αυτά τα επιχειρήματα είναι πειστικά. Στο ιστορικό πλαίσιο του 21ου αιώνα, όμως, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι αυτοί που λαμβάνουν αποφάσεις εμπνέονται από εναλλακτικές κανονιστικές ιδέες και μοντέλα. Η συζήτηση, λοιπόν, θα πρέπει να είναι διαλεκτική. Η Κίνα, για παράδειγμα, είναι πρόθυμη να συνεργαστεί σε παγκόσμιο επίπεδο για την ρύθμιση διεθνών θεσμών και οργανισμών. Από την άλλη, θα είναι δύσκολο για την Κίνα να συνεργαστεί για τη θέσπιση ενός δυτικότροπου θεσμού όπως αυτόν που εισηγούνται οι συγγραφείς, εάν αυτός θα προωθήσει κανόνες που θα ευνοούν τις ΗΠΑ ή θα παρεμποδίζουν την ίδια να αναπτύξει την οικονομία της στον βαθμό που επιδιώκει. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η Κίνα έχει ένα μακρόπνοο σχεδιασμό ανάπτυξης ο οποίος δεν είναι κατ’ ανάγκη ανταγωνιστικός, πλην όμως κάποιοι συντηρητικοί κύκλοι στις ΗΠΑ μπορεί να ευνοούν τη σκιαγράφησή του ως τέτοιου.
