Ανάλυση:
| 01/08/2010 @ 11:35 |
| Περί της Σέχτας Επαναστατών |
Η Ελλάδα φαίνεται να επιστρέφει σε μια εποχή όπου μια τουλάχιστον τρομοκρατική οργάνωση θα είναι σε θέση να ασκήσει οργανωμένη βία στα αστικά κέντρα (κυρίως στην Αθήνα). Με τη νέα της προκήρυξη, η Σέχτα Επαναστατών δηλώνει την πρόθεσή της να ασκήσει μια κλασική μορφή τρομοκρατίας πόλεων. Αυτή η μορφή τρομοκρατίας έχει δύο κύρια χαρακτηριστικά. Πρώτο, τη στοχοποίηση και δολοφονία συγκεκριμένων ανθρώπων, οι οποίοι κατέχουν θεσμικές θέσεις στην ελληνική κοινωνία και θεωρούνται υπεύθυνοι για την άσκηση διαφόρων μορφών βίας. Η βία αυτή θεωρείται ότι έχει διαμορφώσει μια δομή κοινωνικής οργάνωσης που πρέπει να καταστραφεί.
Δεύτερο, επιδιώκεται η αποφυγή παράπλευρων απωλειών, δηλαδή ο τραυματισμός ή η δολοφονία ατόμων που δεν έχουν στοχοθετηθεί. Με αυτό τον τρόπο η οργάνωση αποβλέπει σε τρεις στόχους: (α) να επικεντρώσει τη δημόσια συζήτηση στα «στρατηγικά θύματα» και τη δράση τους, (β) να κερδίσει τη συμπάθεια μέρους της κοινωνίας, η οποία «αντιπαθεί» τα άτομα που στοχοποιούνται ή δολοφονούνται και (γ) να εκπέμψει ένα είδος αυτοελέγχου, οργάνωσης και πειθαρχίας.
Σε σύγκριση με παρόμοιες τρομοκρατικές οργανώσεις, ο λόγος και η ρητορική της Σέχτας Επαναστατών δεν υποδηλώνουν υψηλά επίπεδα κατάρτισης. Αυτό ίσως να γίνεται σκόπιμα. Γενικά, η οργάνωση προσπαθεί να μεταδώσει απλά μηνύματα που να γίνονται κατανοητά και να επικροτούνται από ένα στοχευμένο ακροατήριο. Δηλαδή επιδιώκει να δώσει ένα στίγμα «ταύτισης με τον θυμό και την αγανάκτηση μέρους της κοινωνίας». Η Σέχτα, όπως και κάθε τρομοκρατική οργάνωση τέτοιου είδους, δεν επιδιώκει να «εκπροσωπήσει» άτομα ή ομάδες. Επιδιώκει, όμως, να κινητοποιήσει κάποια άτομα ή/και ομάδες για λόγους που εξηγούνται πιο κάτω.
Στις προκηρύξεις της Σέχτας παρατηρούνται αντιφάσεις. Υπάρχουν σημεία που εκπέμπουν ρομαντισμό και ιδεαλισμό. Σε άλλα σημεία εκπέμπεται μίσος, μισαλλοδοξία και μηδενισμός. Ενώ υπάρχει διάθεση να δοθεί μια περιεκτική εικόνα της κοινωνίας, σε αρκετά σημεία γίνονται υπεραπλουστεύσεις. Η ανάλυση των κοινωνικών και πολιτικών δρωμένων δεν ξεφεύγει από ένα κοινότοπο τρόπο γραφής, ο οποίος εμφανίζεται σε πανεπιστημιακά κείμενα κριτικών αναλυτών, εφημερίδες, τηλεοπτικές συζητήσεις και ιστολόγια. Είναι εμφανές ότι ο συντάκτης ή οι συντάκτες των προκηρύξεων της Σέχτας προσπαθούν να εξισορροπήσουν διαφορετικά εκφραστικά ύφη και επιχειρήματα. Ίσως αυτό να αναδεικνύει διαφορετικά επίπεδα ανάλυσης εντός της οργάνωσης. Είναι εμφανές ότι η Σέχτα δεν διεκδικεί σεβασμό για τις εκφραστικές και αναλυτικές της δυνατότητες, αλλά για τη δυνατότητά της ασκήσει οργανωμένη βία και να τρομοκρατήσει.
Στις προκηρύξεις υπάρχουν αρκετές αναφορές που αφήνουν σκόπιμα υπονοούμενα και παραπέμπουν σε εύκολες υποθέσεις εργασίας για την προετοιμασία, τις δυνατότητες και τα σχέδια της οργάνωσης. Για παράδειγμα, γίνεται σαφής αναφορά σε μια πολυεπίπεδη δομή οργάνωσης, η οποία αφορά σε καταμερισμό εργασίας και σε διακριτούς ρόλους ανάμεσα στα μέλη της Σέχτας. Γίνεται επίσης αναφορά σε επόμενους στόχους της οργάνωσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρατηρείται στην προσπάθεια να φανεί ότι πρόκειται για μια νέα οργάνωση, η οποία απλά χρησιμοποιεί την εμπειρία παλαιότερων οργανώσεων, και γενικά ότι πρόκειται για «πρωτάρηδες» οι οποίοι ακόμα μαθαίνουν. Αυτή η τακτική που βασίζεται σε υπονοούμενα και έμμεσα μηνύματα, προκαλεί μεγάλο φόρτο εργασίας στους αναλυτές της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας και οδηγεί σε αλληλοσυγκρουόμενα συμπεράσματα/σενάρια για την οργάνωση.
Τέλος, ένα στοιχείο που προκαλεί εντύπωση είναι η πεποίθηση της Σέχτας ότι στην ελληνική κοινωνία έχουν δημιουργηθεί προϋποθέσεις για μια πολυεπίπεδη οργάνωση άτακτης και τακτικής χρήσης βίας στα αστικά κέντρα. Αφού οριοθετούν τον ρόλο της οργάνωσής τους, καλούν σε ανάληψη αποσταθεροποιητικών ενεργειών (στα πρότυπα του Δεκεμβρίου του 2008), οι οποίες θα λειτουργούν παράλληλα με τη δική τους δράση. Γενικά, η Σέχτα βλέπει την ελληνική κοινωνία μέσα από ένα δικό της κάτοπτρο. Θεωρεί ότι ο βαθύς κοινωνικός διαχωρισμός που έχει προκληθεί τις τελευταίες δεκαετίες έχει δημιουργήσει ένα γόνιμο έδαφος για άσκηση οργανωμένης φυσικής βίας, προκειμένου να απαλειφθεί η άλλη, η «καθεστωτική» – σύμφωνα με την ορολογία της οργάνωσης – βία
Σχόλια (2) |
| 27/07/2010 @ 17:54 |
| Θα αιφνιδιαστεί η Λευκωσία; |
Η Τουρκία άρχισε να εφαρμόζει το δικό της «σχέδιο Β», ανεξάρτητα από τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Με συστηματικές και στοχευόμενες επαφές με αραβικά κράτη επιδιώκει την «άρση της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων» το αμέσως επόμενο διάστημα. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η Κυπριακή Δημοκρατία έχει οποιοδήποτε σχέδιο αντιμετώπισης των μεθοδεύσεων της Άγκυρας ή θα αιφνιδιαστεί. Σε διπλωματικούς κύκλους κυκλοφορεί η πληροφορία ότι η Τουρκία προσέγγισε δύο κράτη από τα οποία αναμένει ανάληψη πρωτοβουλιών προς υλοποίηση των σχεδιασμών της. Αυτά τα κράτη είναι η Συρία και η Λιβύη.
Οι συχνές επαφές της Τουρκίας με τη Συρία είναι πολύ καλά γνωστές, όπως επίσης και οι ένθερμες δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας στη Δαμασκό. Στην πρόσφατη συνάντηση του επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας με τον Πρόεδρο της Συρίας –μια από τις συχνές συναντήσεις ανάμεσα στον κ. Νταβούτογλου και τον κ. Αλ-Άσσατ μέσα σε μερικούς μήνες– ο δεύτερος δήλωσε ότι οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν από κοινού τα περιφερειακά προβλήματα. Στο κοινό ανακοινωθέν πάντως δεν υπήρχε καμία αναφορά στο Κυπριακό. Τυχαίο;
Οι πληροφορίες λένε ότι η Άγκυρα υποβάλλει με συστηματικό τρόπο στη Συρία τη θέση ότι θα πρέπει και η ίδια να αναλάβει κάποιες πρωτοβουλίες για την «άρση της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων», με τον ίδιο ζήλο που οι δύο χώρες εργάζονται για την άρση της απομόνωσης των Παλαιστινίων στη Γάζα. Στη βάση των νέων δεδομένων, η Λευκωσία δεν θα πρέπει να επαναπαυθεί στα μνημόνια συνεργασίας ανάμεσα στην Κύπρο και τη Συρία, ούτε στις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στο παρελθόν από τη Δαμασκό.
Λιγότερο γνωστές είναι ίσως οι κινήσεις που κάνει η Τουρκία σε μια δεύτερη αραβική χώρα, τη Λιβύη. Εδώ και μερικούς μήνες η Τρίπολη βρίσκεται κάτω από στενό πρέσιγκ. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην “The Tripoli Post” (22/3/2010), ο Πρέσβης της Τουρκίας στη Λιβύη, S. Levent Sahinkaya, αποκάλυψε χωρίς προσχήματα τους στόχους της χώρας του. Υπενθυμίζοντας τα ψηφίσματα του Οργανισμού για την Ισλαμική Διάσκεψη (ΟΙΔ) που αναφέρονται στην «άρση της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων», είπε και τα εξής: «Αναμένουμε από τους αδελφούς Λίβυους να βοηθήσουν τον μουσουλμανικό τουρκοκυπριακό λαό να αντεπεξέλθει στην απάνθρωπη κατάσταση στην οποία βρίσκεται χωρίς να έχει οποιανδήποτε ευθύνη, με την εμβάθυνση σχέσεων σε οικονομικούς, πολιτιστικούς και αθλητικούς τομείς, όπως επίσης και με την ανταλλαγή επισκέψεων σύμφωνα με τα ψηφίσματα της ΟΙΔ». Προκειμένου να υποστηρίξει ότι η Λιβύη έχει δράσει και στο παρελθόν με ανάλογο τρόπο, ο Τούρκος Πρέσβης δήλωσε ότι η Τουρκία ακόμα «θυμάται την υποστήριξη της Λιβύης κατά τη διάρκεια της τουρκικής επέμβασης για την αποκατάσταση της τάξης στην Κύπρο το 1974 με αίσθημα ευγνωμοσύνης». Στοιχεία αυτής της δήλωσης δεν διαφέρουν σε τίποτα από τις κλασικές δηλώσεις που κάνουν εδώ και καιρό Τούρκοι διπλωμάτες σε όλα τα επίπεδα. Υπάρχει όμως πληροφόρηση ότι η Τουρκία θεωρεί τη Λιβύη ως ένα από τα κράτη που θα αναλάβουν κάποιες πρωτοβουλίες στο αμέσως επόμενο διάστημα.
Εάν η Λευκωσία δεν επιθυμεί να αιφνιδιαστεί, θα πρέπει κατ’ αρχήν να διερευνήσει τις πληροφορίες που κυκλοφορούν σε διπλωματικούς κύκλους και να παρακολουθήσει στενά τις κινήσεις της Τουρκίας. Ταυτόχρονα, πρέπει να αναληφθούν προληπτικές ενέργειες για διασφάλιση της διεθνούς νομιμότητας. Αυτά όμως δεν αρκούν. Η Λευκωσία οφείλει να έχει σχέδιο αντίδρασης σε περίπτωση που οποιοδήποτε κράτος παραβιάσει τη διεθνή νομιμότητα. Η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να είναι σε θέση να λάβει αποφάσεις που θα επιφέρουν κόστος σε κράτη τα οποία θα προχωρήσουν σε κινήσεις που θα πλήττουν την κυριαρχία της και θα εμβαθύνουν τη διχοτόμηση.
Σχόλια (0) |
| 12/07/2010 @ 15:24 |
| Περί της τρέχουσας πολιτειακής κρίσης |
Το πολιτειακό σύστημα στην Κύπρο διέρχεται μια λειτουργική κρίση. Η παρούσα συγκυρία αναδεικνύει την ανάγκη μερικών κομμάτων να διαφοροποιηθούν από την κυβερνητική γραμμή, με αποτέλεσμα να γίνεται έντονα διακριτός ο ρόλος της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας. Το φαινόμενο αυτό προκαλείται από μια σειρά έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων, οι οποίες πρέπει να εξεταστούν.
Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι η πολιτική σύγκρουση ανάμεσα στην εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία είναι ένα υγιές φαινόμενο, το οποίο ωφελεί το πολίτευμα και την πολιτική διεργασία. Άλλωστε, το δημοκρατικό πολίτευμα δεν καταξιώνεται εάν δεν αναδεικνύονται στοιχεία πολιτικής σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο εξουσίες. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η δημόσια συζήτηση και η άσκηση κριτικής σε αποφάσεις της δικαστικής εξουσίας είναι ένα ακόμα υγιές στοιχείο του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η δημοκρατία είναι ένα ζωντανό μοντέλο πολιτικής οργάνωσης, η λειτουργία του οποίου επαφίεται στους θεσμούς, τους πολίτες και τους άλλους παράγοντες που λαμβάνουν μέρος στην πολιτική διεργασία.
Πέρα, όμως, από μια θεωρητική προσέγγιση του θέματος, το ενδιαφέρον πρέπει να επικεντρωθεί στα ουσιώδη ζητήματα της παρούσας κατάστασης, ορισμένα από τα οποία θα συζητηθούν στο παρόν κείμενο. Πρώτα απ’ όλα ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η παρούσα κρίση εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο καθένας την πολιτική διεργασία στην Κύπρο. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας έχει μια παραδοσιακή και μάλλον συντηρητική αντίληψη της σχέσης ανάμεσα στην εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία. Έχοντας υπόψη την εμπειρία του παρελθόντος, κατά την οποία τα κόμματα που «νέμονταν» την εκτελεστική εξουσία «διαμοίραζαν» τα «πολιτικά κέρδη» με τρόπο που να υπάρχει συνεννόηση και στο επίπεδο της νομοθετικής εξουσίας, ανέμενε ότι και κατά τη διακυβέρνησή του θα ακολουθείτο η πεπατημένη. Ο χαρακτηρισμός «κυβερνώσα βουλή» που χρησιμοποίησε ο κ. Χριστόφιας, εκφράζει στην ουσία μια απογοήτευση για την απόκλιση ορισμένων κομμάτων από μια πρακτική η οποία έτεινε να θεωρηθεί ως ο υπερέχων πολιτικός θεσμός. Όντως, αυτός ο θεσμός υπάρχει και κατά καιρούς είναι ισχυρός, πλην όμως σε περιόδους έντονων πολιτικών διαφωνιών το πολιτικό σύστημα δίνει τη δυνατότητα διαφοροποίησης, η οποία μπορεί να φτάσει μέχρι την έντονη σύγκρουση ανάμεσα στην εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία.
Η σημερινή σύγκρουση εδράζεται σε μια σειρά από πολιτικούς λόγους. Αυτό που ο Πρόεδρος και το ΑΚΕΛ θεωρούν ως παρέκκλιση από ένα πολιτικό θεσμό – ουσιαστικά από μια πολιτική ρουτίνα που επικρατούσε στην Κύπρο επί προηγούμενων διακυβερνήσεων (χωρίς όμως να είναι πάντα ο απόλυτος κανόνας) – θεωρείται από τα υπόλοιπα κόμματα ως μια λογική πολιτική συμπεριφορά, η οποία είναι απόλυτα νομιμοποιημένη από το Σύνταγμα και το πολίτευμα. Πίσω, όμως, από αυτή τη θεώρηση ίσως να κρύβονται και κάποιες σκοπιμότητες. Το ΔΗΚΟ επιδιώκει να διαφυλάξει την ταυτότητά του ως ένα ανεξάρτητο και αυτόνομο πολιτικό κόμμα, σε μια περίοδο που δέχεται έντονη κριτική για τη συνέχιση της παρουσίας του στην κυβέρνηση. Η ΕΔΕΚ χρειάζεται να επιδείξει μια ποιοτική διαφοροποίηση από την κυβέρνηση και το ΑΚΕΛ, αναδεικνύοντας έτσι τη νέα αντιπολιτευτική της ιδιότητα. Ο ΔΗΣΥ κυριαρχείται από την ανάγκη να επανακτήσει ένα καθαρό αντιπολιτευτικό χαρακτήρα, προκειμένου να «δικαιολογήσει» τον θεσμικό του ρόλο ως το κύριο αντιπολιτευτικό κόμμα, ενόψει μάλιστα μιας κρίσιμης εκλογικής χρονιάς. Τέλος, το ΕΥΡΩΚΟ και οι Οικολόγοι τηρούν την πάγια και σταθερή αντιπολιτευτική τους στάση, η οποία τους δίνει το ανάλογο πολιτικό έρεισμα στην κοινωνία. Πολλές φορές, η πολιτική διεργασία φέρνει στην επιφάνεια μια σειρά από «κομματικούς αυτοσκοπούς», οι οποίοι επιδιώκονται ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια, οι κομματικοί αυτοσκοποί καθορίζουν πολλές φορές το ίδιο το περιεχόμενο της πολιτικής, το οποίο δεν ταυτίζεται (τις περισσότερες φορές) με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας

Σχόλια (0) |
|
|
|